Day: Ιούνιος 9, 2015

Οσα μας λενε τα παιδιά με τις ζωγραφιες τους

Τα παιδικά σχέδια αποτελούν το μέσο έκφρασης των δημιουργών τους. Τα βασικά στοιχεία για την εκφραστική σχεδιαστική ικανότητα είναι η κινητικότητα, η αντίληψη, η πλευρίωση, η συμβολική λειτουργία , η γλώσσα.

Η εξέλιξη στις ζωγραφιές του παιδιού συμβαδίζει με την νευρολογική και την ψυχολογική του εξέλιξη.  Ήδη από την ηλικία των 2-3 ετών το παιδί μουτζουρώνει, φτιάχνει σχέδια με τα δάχτυλά του στην άμμο, με τα μολύβια και τους μαρκαδόρους στο χαρτί.

Κάθε γραμμή δηλώνει κάτι για το παιδί. Όταν το ρωτήσουμε θα μας πει ποια γραμμή αντιστοιχεί στον μπαμπά, τη μαμά κλπ.  Όλες αυτές οι γραμμές μαζί συνθέτουν μια ιστορία: την ιστορία των επιθυμιών, των συναισθημάτων, των φόβων του παιδιού σε κάθε εξελικτικό στάδιο. Και η ιστορία αυτή προβάλλεται στο χαρτί: να γιατί ονομάζουμε προβολικά τα τεστ αυτού του τύπου.

Μέσα από τη ζωγραφική το παιδί εξασκείται στο σωστό κράτημα του μολυβιού και στον κινητικό συντονισμό.

Αρχικά λοιπόν, το παιδί 1 έως 3 ετών εκφράζεται μέσα από το μουτζούρωμα. Στην ηλικία των 3-4 ετών εισάγεται σταδιακά στην απεικόνιση μορφών και σχημάτων. Οι μορφές προηγούνται ως άμεση συνέπεια του μουτζουρώματος. Τα σχήματα γεννιούνται από την τελειοποίηση των μορφών και από μια πιο ανεπτυγμένη έννοια της αισθητικής.

DSC0962937

Σταδιακά αρχίζουν να εμφανίζονται αναπαραστάσεις σχημάτων και σχεδίων όπως αυτοκίνητα, βάρκες, τανκ και αεροπλάνα, πύραυλοι, ρομπότ κ.α.  Αν ζητήσουμε από ένα παιδί να ζωγραφίσει ένα ζώο, η επιλογή του μπορεί να μας δώσει πλήθος πληροφοριών για τον χαρακτήρα και τις ενδόμυχες επιθυμίες του παιδιού.  Για παράδειγμα η ζωγραφιά ενός σκύλου φανερώνει χαρακτήρα καλοσυνάτο, ειλικρινή, συναισθηματικά εξαρτημένο από τα κοντινά πρόσωπο. Αντίστοιχα  η επιλογή του παιδιού να ζωγραφίσει ένα άγριο ζώο φανερώνει επιθετικότητα  που επιστρατεύεται για την προσπέλαση εμποδίων, αρχηγικές τάσεις, παρορμητικότητα, υπερηφάνεια κ.α.

Από την ηλικία των 4 ετών μπορούμε να αντιληφθούμε τα συναισθήματα των παιδιών μέσα από τα σχέδιά τους.  Ο ήλιος είναι ο μπαμπάς, το σπίτι είναι η μαμά, το δέντρο είναι το Εγώ. Ακόμη και η επιλογή των χρωμάτων που θα επενδύσουν τα σχέδιά τους είναι σπουδαίας σημασία για τον ειδικό που θα αποκρυπτογραφήσει το παιδικό σχέδιο. Η λύπη ή η δυσφορία του παιδιού μπορεί να εκφραστεί με ένα ήλιο χωρίς ακτίνες, ένα σπίτι χωρίς καπνό ή παράθυρα, ένα γκρίζο ουρανό και χοντρές σταγόνες βροχής.

DSC0963438

Η σπουδαία ψυχαναλύτρια Φρανσουάζ Ντολτό έγραψε πως «με το παιδικό σχέδιο αποκτάμε πρόσβαση στις φαντασιακές αναπαραστάσεις, στο συναισθηματισμό και στην εσωτερική συμπεριφορά του υποκειμένου. Με αυτόν τον τρόπο το ίδιο το σχέδιο, μας βοηθά να προσανατολίσουμε την συζήτησή μας με τα παιδιά.

Κατά την παιδοψυχιατρική εκτίμηση σε παιδιά 3 έως 12 ετών είναι σύνηθες να δίνουμε στο παιδί υλικά ζωγραφικής και να του ζητάμε να ζωγραφίσει ένα σπίτι, ένα δέντρο, ένα άνθρωπο και μια οικογένεια.

Σε κάθε περίπτωση θα παρατηρήσουμε τον τρόπο με τον οποίο κρατάει το παιδί το μολύβι, την θέση και το μέγεθος του σχεδίου στο χαρτί,  τον τύπο της φιγούρας που έφτιαξε, τις διορθώσεις που θα θελήσει να κάνει, τα δικά του σχόλια για τη ζωγραφιά, τον χρόνο που χρειάστηκε και  την αυθόρμητη στάση του.

Οι γονείς καλό είναι να ενθαρρύνουν την έκφραση του παιδιού μέσα από την ζωγραφική και να του προσφέρουν τα υλικά και το χώρο για να ζωγραφίσει συντροφεύοντάς το αλλά αποφεύγοντας τους σχολιασμούς όταν αυτοί εμπεριέχουν ανησυχία. Μια ζωγραφιά μπορεί να αποτελέσει το έναυσμα  μιας συνομιλίας με το παιδί γι΄αυτό που δεν μπορεί να λεκτικοποιήσει.  Θα ήταν λάθος όμως να θεωρηθεί ότι μπορεί μέσα από την ερμηνεία του παιδικού σχεδίου να αξιολογηθεί ένα παιδί. Οι ζωγραφιές είναι ένα συμπληρωματικό εργαλείο για τους ειδικούς και δεν αποτελούν τον μοναδικό τρόπο αξιολόγησης του παιδιού.

Βιβλιογραφία

Κρότι, Ε., & Μάνι, Α. (2003). Πώς να ερµηνεύουµε τα παιδικά σχέδια. Η κρυφή γλώσσα των παιδιών. Αθήνα: Καστανιώτης

Winnicott, D. (1971). Plαying αnd reαlity. New York.

 

Neale, L. E. & Rosal, M. L. (1993). What can art therapists leam form the research οη projective drawings techniques for children: Α review. The αrts in psychotherαpy, 20, 37-49.

Διαταρακτικες Συμπεριφορες σε παιδιά του Δημοτικού

Τα προβλήματα διαγωγής είναι η πιο συχνή μορφή ψυχιατρικών προβλημάτων της παιδικής και εφηβικής ηλικίας τόσο στον γενικό πληθυσμό όσο και μεταξύ των παραπομπών στις Παιδοψυχιατρικές Υπηρεσίες. Οι διαταραχές που σχετίζονται με προβλήματα συμπεριφοράς είναι η Εναντιωματική –Προκλητική Διαταραχή (ΕΠΔ) και η Διαταραχή Διαγωγής (ΔΔ).  Υπάρχει όμως περίπτωση να παρουσιαστουν προβλήματα συμπεριφοράς και σε παιδιά με άλλου τύπου δυσκολίες όπως είναι η Ελλειπής οριοθέτηση, η Κατάθλιψη, η Σχιζοφρένεια, η Χρήση ουσιών, η Μετατραυματική διαταραχή   κ.α. Στο παρόν άρθρο θα ασχοληθούμε με τις ΕΠΔ και ΔΔ.

Η εναντιωτική-προκλητική διαταραχή παρατηρείται σε παιδιά κάτω των 10 ετών. Χαρακτηρίζεται από επαναλαμβανόμενο πρότυπο αντιδραστικής, προκλητικής, απείθαρχης και εχθρικής συμπεριφοράς προς άτομα εξουσίας, που οδηγεί σε σημαντικά προβλήματα και δυσλειτουργία σε διάφορους τομείς της καθημερινής ζωής του παιδιού.    Χαρακτηριστικές είναι κάποιες από τις παρακάτω συμπεριφορές:

  • συχνά χάνει την ψυχραιμία του
  • συχνά διαφωνεί με τους ενήλικες
  • συχνά αρνείται ενεργά να υπακούσει ή να συμμορφωθεί με  τα  αιτήματα ή τους  κανόνες των ενηλίκων
  • συχνά ενοχλεί εσκεμμένα άλλους ανθρώπους
  • συχνά κατηγορεί άλλους για τα δικά του λάθη ή τη δική του απαράδεκτη–συμπεριφορά
  • είναι συχνά ευερέθιστο ή ενοχλείται εύκολα από τους άλλους
  • είναι συχνά θυμωμένο και προσβλητικό
  • είναι συχνά κακεντρεχές και εκδικητικό

Δεν παρατηρούνται συμπεριφορές που παραβιάζουν τον νόμο ή τα δικαιώματα των άλλων στην Ε-ΠΔ.

Η ΔΔ διακρίνεται σε δύο τύπους ανάλογα με την ηλικία εκδήλωσης των συμπτωμάτων: με έναρξη κατά την παιδική ηλικία και με έναρξη κατά την εφηβική ηλικία. Η διαταραχή χαρακτηρίζεται από επαναλαμβανόμενο και διαρκές πρότυπο αντικοινωνικών και επιθετικών συμπεριφορών, που διαρκεί περισσότερο από 12 μήνες, εξαιτίας των οποίων παραβιάζονται τα βασικά δικαιώματα των άλλων και ανάλογοι της ηλικίας κανόνες. Χαρακτηριστικά συμπτώματα είναι η επιθετικότητα προς ανθρώπους και ζώα, η σωματική βία, η καταστροφή ξένης περιουσίας, οι εμπρησμοί, η απάτη, η κλοπή και η τάση για επανειλημμένα ψεύδη. Η λειτουργικότητα του παιδιού στον κοινωνικό και σχολικό τομέα παρεμποδίζεται σοβαρά, εξαιτίας της αποκλίνουσας συμπεριφοράς.

Η αιτιολογία είναι ετερογενής. Σήμερα θεωρείται ότι η αλληλεπίδραση μεταξύ γενετικής προδιάθεσης και περιβαλλοντικών παραγόντων, μπορεί να οδηγεί στην εκδήλωση των προβλημάτων.

Βιολογικοί παράγοντες-Βιολογική προδιάθεση

-Τα παιδιά παρουσιάζουν χαμηλότερα επίπεδα διέγερσης του αυτόνομου νευρικού συστήματος (Hinshaw & Anderson1996).Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε μειωμένη τάση αποφυγής αρνητικών εμπειριών όπως οι επιπλήξεις και οι τιμωρίες.

Τα ευρήματα νευρο-ενδοκρινολογικών μελετών, σχετικά με τα επίπεδα κορτιζόλης, τεστοστερόνης και των μονοαμινών, ντοπαμίνης, νορεπινεφρίνης και σεροτονίνης,θεωρούνται ότι σχετίζονται με την επιθετική συμπεριφορά.                                                                                             Οικογενειακοί Παράγοντες Η ποιότητα των ενδοοικογενειακών  σχέσεων και ο τρόπος λειτουργίας της οικογένειας. Η ποιότητα επικοινωνίας ανάμεσα στους γονείς και στα παιδιά και η σταθερότητα που αυτοί υιοθετούν, είναι αυτή που επηρεάζει την εμφάνιση της διαταραχής.

Σε μεγαλύτερο κίνδυνο βρίσκονται τα παιδιά τα οποία κακοποιούνται η εκτίθενται σε οικογενειακή βία. Επίσης οι κακές οικογενειακές σχέσεις, ο θάνατος των γονιών και άλλες τραυματικές εμπειρίες κατά την παιδική ηλικία αυξάνουν την πιθανότητα εκδήλωσης της διαταραχής.

Κοινωνικοί παράγοντες  Οι κακές συνθήκες διαβίωσης, η φτώχια και η ύπαρξη πολλών παιδιών στην οικογένεια καθώς και η ύπαρξη περιθωριακών ομάδων στη γειτονιά ,έχουν από παλιά συνδεθεί με την εκδήλωση παραπτωματικής  συμπεριφοράς.

Ιδιοσυγκρασιακά χαρακτηριστικά του παιδιού  θεωρούνται παράγοντας κινδύνου. Η δύσκολη ιδιοσυγκρασία του παιδιού μπορεί να επηρεάσει τις πρακτικές ανατροφής και τις γονεϊκές δεξιότητες  ή να οδηγεί άμεσα σε προβλήματα διαγωγής.

Συνοδά προβλήματα  Τα παιδιά με διαταραχή διαγωγής έχουν φυσιολογική νοημοσύνη αλλά παρουσιάζουν:  Ελλείμματα στο γλωσσικό και γνωστικό τομέα. Το γεγονός αυτό καθιστά δυσκολότερη την επικοινωνία του παιδιού με τους γονείς και δημιουργεί έντονα συναισθήματα ματαίωσης και οδηγεί σε λιγότερο θετικές αλληλεπιδράσεις και περισσότερο τιμωρία.

Επίσης παρουσιάζουν συχνά ελλείμματα στον τρόπο επεξεργασίας των πληροφοριών που προέρχονται από διάφορες κοινωνικές καταστάσεις (Crick & Dodge,1994). Τα παιδιά αυτά πολλές φορές αποδίδουν στους άλλους τις δικές τους επιθετικές διαθέσεις και δυσκολεύονται να κατανοήσουν τις πραγματικές προθέσεις των άλλων απέναντι τους, με αποτέλεσμα να τις παρερμηνεύουν. Επιπλέον πολλές φορές δυσκολεύονται να προβλέψουν τις συνέπειες των πράξεων τους και υποτιμούν τις συνέπειες της επιθετικής τους συμπεριφοράς.

Η αξιολόγηση εστιάζεται στην εκτίμηση της προσωπικότητας, στις σχέσεις με τους συνομηλίκους και στο πρότυπο των συμπτωμάτων. Στόχος είναι να διερευνηθούν πιθανά συνυπάρχοντα προβλήματα, όπως άγχος, χαμηλές γνωστικές δεξιότητες και χρήση ουσιών. Η αξιολόγηση εστιάζεται επίσης στην κριτική ικανότητα του παιδιού σχετικά με τις διαπροσωπικές σχέσεις, στο χειρισμό των συγκρούσεων και στην υποστήριξη του παιδιού από την οικογένεια.

Θεραπευτική αντιμετώπιση Η πολυπλοκότητα των διαταραχών διαγωγής, απαιτεί θεραπευτικές προσεγγίσεις σε όλο το φάσμα των πιθανών αιτίων. Λαμβάνονται σοβαρά υπόψη το αναπτυξιακό επίπεδο και το φύλο του παιδιού, η συνύπαρξη άλλων διαταραχών, η εμπλοκή των γονέων, των δασκάλων και πιθανώς άλλων υπηρεσιών. Η θεραπεία της Εναντιωτικής Διαταραχής, τη στιγμή που δεν υπάρχει συννοσηρότητα με κάποια άλλη διαταραχή, απαιτεί συμπεριφοριστικές παρεμβάσεις, ψυχοθεραπεία ψυχοδυναμικού τύπου και σπάνια φαρμακοθεραπεία.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  1. American Psychiatric Association (1994). Diagnostic and Statistical Manual of Mental Disorders (4th). Washington, D.C.: author
  2. Davison, G.C. & Neale, J.M. (1993). “Abnormal Psychology”. USA: John Wiley & Sons Inc
  3. Kay, J., Tasman, A. & Lieberman, J.A. (2000). “Psychiatry – Behavioural Science and Clinical Essentials”. USA: W.B. Saunders Company

Loeber, R., Lahey, B. & Thomas, C. (1991). Diagnostic conundrum of oppositional defiant disorder and conduct disorder. Journal of Abnormal Psychology, 100, 379-390

Συνεχίζοντας να χρησιμοποιείτε την ιστοσελίδα, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Περισσότερες πληροφορίες.

Οι ρυθμίσεις των cookies σε αυτή την ιστοσελίδα έχουν οριστεί σε "αποδοχή cookies" για να σας δώσουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία περιήγησης. Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε αυτή την ιστοσελίδα χωρίς να αλλάξετε τις ρυθμίσεις των cookies σας ή κάνετε κλικ στο κουμπί "Κλείσιμο" παρακάτω τότε συναινείτε σε αυτό.

Κλείσιμο