Η μαύρη και η λευκή πέτρα
Posted on: Φεβρουάριος 2, 2016, by : garokidmin
Η-μαύρη-και-η-λευκή-πέτρα-1

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια μαύρη πέτρα, που στεκόταν στον πάτο μιας βαθιάς και σκοτεινής θάλασσας. Η μαύρη πέτρα δεν πολυκουνιόταν. Δεν της άρεσε να μετακινείται. Πότε πότε κυλούσε προς τα εκεί που την πήγαιναν τα ρεύματα, πάντα στην ίδια θάλασσα, πλάι στις ίδιες πέτρες, στα ίδια κοράλλια.
Κυλούσε αργά, γιατί ήταν κάπως μεγάλη και βαριά. Η μαύρη πέτρα άκουγε με ενδιαφέρον τις ιστορίες όσων έκαναν ταξίδια μακρινά και καμιά φορά τους ζήλευε. Μα, δεν ήθελε να αφήσει τα γνώριμα νερά της. Αγαπούσε την ασφάλεια της γειτονιάς της.

Μια μέρα, εκεί που στεκόταν, είδε κοντά της μια λευκή πέτρα. Ήταν κάτασπρη σαν το γάλα, μικρή και αεικίνητη. Έλαμπε σα διαμάντι μέσα στο σκοτεινό βυθό. Τα περαστικά ψάρια σταματούσαν, τη χάζευαν και της έπιαναν κουβέντα. «Ποιο καλό ρεύμα σε έφερε στα μέρη μας; Πού υπάρχουν κι άλλες σαν εσένα;», τη ρωτούσαν με ενθουσιασμό. Η λευκή πέτρα απαντούσε σε όλους με ευγένεια ότι ερχόταν από το βορά. Και η αλήθεια είναι ότι κέρδιζε με τον τρόπο της όλους τους γείτονές της. Μόνο η μαύρη πέτρα την κοιτούσε καχύποπτα. «Καλά, δε βρήκε κανένα καλύτερο μέρος να πάει; Δίπλα μου έπρεπε να σταθεί; Τώρα όλοι θα κοιτούν αυτή και θα τη θαυμάζουν!», μονολογούσε συνέχεια. Κάθε φορά που έμεναν μόνες, έβρισκε ευκαιρία και της έδινε μια σπρωξιά, για να τη στείλει πέρα, μακριά. Στην αρχή, η λευκή πέτρα χαιρόταν, γιατί νόμιζε ότι ήθελε να γίνουν φίλοι και της ανταπέδιδε παιχνιδιάρικα τις σπρωξιές με άλλες σπρωξιές.

Περνούσαν οι μέρες και τα χτυπήματα της μαύρης πέτρας δυνάμωναν. Μέχρι που η λευκή πέτρα αποφάσισε να πάει να της ζητήσει το λόγο. Την πλησίασε και καθώς ετοιμαζόταν να της μιλήσει, συνέβη κάτι το αναπάντεχο. Ένιωσε κάτι να την ακουμπά και ταυτόχρονα έχασε την επαφή με την άμμο από κάτω της. Ήταν ένας δύτης. Καθώς περνούσε από εκεί την είδε και χωρίς να χάσει καιρό, την πήρε στα χέρια του. Την ίδια τύχη είχε και η μαύρη πέτρα. Ο δύτης θαύμασε και τις δυο τους μέσα στα χέρια του. Η ομορφιά της μιας αναδείκνυε την ομορφιά της άλλης. Η αντίθεσή τους ήταν συμπληρωματική, πραγματική έμπνευση! Την επόμενη στιγμή, οι πέτρες βρέθηκαν σφηνωμένες στη στενή τσέπη του, η μια πάνω στην άλλη. Δεν μπορούσαν να ανασάνουν. Δεν είχαν βρεθεί ποτέ τους τόσο κοντά.

Ήξεραν και οι δυο ποιο θα ήταν το μέλλον τους. Ήταν σε απόγνωση. Κάτι τέτοιο έπρεπε με κάθε τρόπο να αποτραπεί. Κοιτάχτηκαν καλά καλά. Μια ιδέα πέρασε από το μυαλό τους σαν αστραπή. Χωρίς καθυστέρηση, άρχισαν να σπρώχνονται με όση δύναμη τους είχε απομείνει. Μάλιστα μιλούσαν η μια στην άλλη και αλληλοεμψυχώνονταν. «Τι, μόνο αυτό έχεις;», ρωτούσε η μαύρη και η λευκή αποκρινόταν «Ναι, γιατί εσύ έχεις κάτι καλύτερο;. «Τώρα με προσβάλλεις!», έλεγε η μαύρη και η λευκή ανταπαντούσε «Μωρέ, τσάμπα πήγε η εξάσκηση που έκανες τόσο καιρό; Στα δύσκολα σε θέλω!». Ο δρόμος προς την ελευθερία ήταν ένας και είχε πόνο. Σε μια στιγμή, ο δύτης σταμάτησε. Αυτή ήταν η ευκαιρία τους! Κοιτάχτηκαν συνωμοτικά και πήραν όση φόρα μπορούσαν. Το χτύπημα ήταν τόσο δυνατό, που μέσα σε ένα δευτερόλεπτο προσγειώθηκαν στην άμμο, μερικά μέτρα η μια από την άλλη κι έμειναν εκεί για ώρες αναίσθητες.

Όταν άρχισαν να συνέρχονται από το χτύπημα έκαναν μια στροφή και έψαξαν τους εαυτούς τους. Επιτέλους, ήταν ελεύθερες! Όμως, ο απολογισμός ήταν τρομαχτικός. Η μαύρη πέτρα είχε μια βαθιά ρωγμή και η λευκή είχε χάσει ένα κομμάτι της. Προσπαθώντας να συνέλθουν από το σοκ, αναζήτησαν αυθόρμητα η μια την άλλη. Κύλησαν κοντά. Ύστερα κι άλλο. Προσπαθούσαν να συνειδητοποιήσουν τι είχε συμβεί. Δε μιλούσαν. Μόνο ακούμπησαν για λίγο μεταξύ τους, σα να επιθυμούσαν την επούλωση των πληγών τους, σα να ζητούσαν τη φροντίδα η μια της άλλης. Και το λίγο έγινε πολύ και το πολύ έγινε για πάντα.

Έμειναν ενωμένες για πάντα. Πότε στέκονταν ακίνητες και πότε ταξίδευαν. Κι όταν ακόμα άρχισαν να κιτρινίζουν από τα βρύα και τις λειχήνες στην επιφάνειά τους, γνώριζαν ότι υπάρχει κάτι που τις ενώνει. Αυτό το κάτι είχε λίγο από το λευκό της μιας και λίγο από το μαύρο της άλλης. Αυτό το κάτι μένει αναλλοίωτο στο χρόνο. Σε αυτό το κάτι δεν πάτησε κανείς. Ποτέ.

Είχαν για πάντα η μια την άλλη.

Ευγενία Δουβαρά